σανίδωμα

το, ΝΑ [σανιδῶ]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σανιδώνω, η επίστρωση, η επικάλυψη με σανίδες, σανίδωση
2. συνεκδ. α) πάτωμα από σανίδες
β) οι σανίδες που χρησιμοποιούνται για την επίστρωση πατώματος
αρχ.
1. (ιδίως) το κατάστρωμα πλοίου («τῶν μακρῶν πλοίων σανιδώματα», Θεόφρ.)
2. συνεκδ. επικλινές τραπέζι κατασκευασμένο από σανίδες.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σανίδωμα — planking neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανίδωμα — [санцдома] ουσ. о. досчатый настил, помост, пол, настилание досок …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σανίδωμα — το, ατος 1. επίστρωση με σανίδες. 2. επίστρωμα με σανίδες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σανιδωμάτων — σανίδωμα planking neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδώμασι — σανίδωμα planking neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδώμασιν — σανίδωμα planking neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδώματα — σανίδωμα planking neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδώματι — σανίδωμα planking neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σανιδώματος — σανίδωμα planking neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δρύφακτο — το και δρύφακτος και δρυφάκτης, ο (AM δρύφακτος, ο) ξύλινο κιγκλίδωμα που διαχωρίζει έναν χώρο, κάγκελα νεοελλ. 1. ελαφρό σανίδωμα που επεκτείνει την πλευρά τού πλοίου πέρα από το κατάστρωμα για μετριασμό τής εισροής τών υδάτων, στηθαίο, θωράκιο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.